ανθώ


ανθώ
ανθώ, άνθησα, ανθισμένος βλ. πίν. 73
——————
Σημειώσεις:
ανθώ : σύμφωνα με τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη, όταν οι δύο τύποι του ενεστώτα σε και σε -ίζω έχουν την ίδια σημασία, τότε επικρατεί ο αόριστος σε -ισα.
Θεωρούμε ότι στην περίπτωση του ανθώ και του ανθίζω δεν εφαρμόζεται ο κανόνας, γιατί δεν ταυτίζεται η σημασία τους.
Το ανθώ, εκτός από ανθίζω, έχει και την έννοια του ακμάζω (η βιομηχανία ανθεί στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανθώ — (AM ἀνθῶ, έω) 1. (για φυτά) βγάζω λουλούδια, ανθίζω 2. μτφ. βρίσκομαι στην ακμή της ηλικίας μου 3. μτφ. ευημερώ, είμαι πλούσιος και υγιής, ακμάζω μσν. 1. προέρχομαι, κατάγομαι 2. (μτβ.) κάνω κάτι να φυτρώσει, να εμφανιστεί αρχ. 1. (για τα νεανικά …   Dictionary of Greek

  • ανθώ — βλ. ανθίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀνθῶ — Ἀνθάς masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθῶ — ἀνατίθημι lay upon aor subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνθέω blossom pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνθέω blossom pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄνθω — Ἄνθης masc gen sg (attic epic ionic) Ἄνθος masc nom/voc/acc dual Ἄνθος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνθω — ἀνατίθημι lay upon aor subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄνθῳ — Ἄνθος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θάλλω — Αρχαιοελληνική θεότητα. Ήταν μία από τις τρεις Ώρες, που ταυτιζόταν συμβολικά με την ανοιξιάτικη βλάστηση. Στο όνομά της ορκίζονταν οι έφηβοι της αρχαίας Αθήνας. * * * (AM θάλλω) 1. βλαστάνω, ανθώ, ευδοκιμώ (α. «σε κάθε μόσχο, κάθε ανθό που… …   Dictionary of Greek

  • επιθηλώ — ἐπιθηλῶ, έω (Α) θάλλω, ανθώ και κοντά σε κάτι ή επί πλέον, αυξάνομαι, ωριμάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Επικός τ. τού επι θάλλω «ανθώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσανθώ — έω, Α 1. ανθώ, θάλλω, ακμάζω επί πλέον 2. προσδίδω λάμψη σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνθῶ «ανθίζω, ευημερώ, λάμπω»] …   Dictionary of Greek